Παρασκευή, 3 Δεκεμβρίου 2010


Ρουφάω μια τζούρα αλκοόλ και σκέφτομαι σε παρόντα χρόνο
Όταν η πόλη κοιμάται,
Ακούω χαμηλά μουσική ενώ με παροτρύνω να τζογάρω δίχως να σκέφτομαι το κόστος.
Όταν η πόλη κοιμάται,
Κλέβω ανάσες γειτονικές, τρώω στα τραπέζια τους και ανοίγω ξένες τηλεοράσεις.
Υπολογίζω πόσες όμορφες, ντελικάτες κοπέλες κοιμούνται μόνες τους,
Δίχως συντροφιά, δίχως ποτό και έρωτα.
Και θέλω τόσο να τις γλυκάνω όλες,
Να γλυκάνω τα στρωσίδια τους με την αρίδα μου,
Μα ξάφνου γίνομαι ρεαλιστικός και παύω να σκέφτομαι μαλακίες.
Όταν η πόλη κοιμάται,
Πιάνω νότες ή ψαχουλεύω στον υπολογιστή για κάτι της προκοπής.
Κι όταν κάποιος ξυπνήσει, του λέω εδώ η πόλη κοιμάται, που πας;
Λίγο πριν σταμάτησε και το τελευταίο λεωφορείο,
Η βρύση στάζει.
Κάπου εδώ όλη η πόλη κοιμάται,
Κι εγώ απόψε χώρια της.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Από το Blogger.

Βιο

Γεννήθηκε στην Κόρινθο τον Απρίλιο του 1980 και έτυχε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια να τα ζήσει στην Περαχώρα. Φοίτησε στη Σχολή Διεθνούς Εμπορίου του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας στην Καστοριά, και έπειτα κατηφόρισε στην Αθήνα για χάρη της Μουσικής. Φωτογραφίζει τη γη και τις ορέξεις της ενώ η σύνθεση λέξεων-σκέψεων έρχεται να ταΐσει τις υπαρξιακές του ανάγκες. Μαζί με τα «Επτά Καπνισμένα Μολύβια» κυκλοφόρησε (2009) τις πρώτες του σελίδες κάτω από τον τίτλο «Ο πικραμένος, το παρδαλό κατσίκι και ο τελευταίος», σε μία αυτοχρηματοδοτούμενη έκδοση. Το 2010 ακολούθησε η συλλογή ποιημάτων του «Ποίηση Κατεδαφιστέα» σε αυτοέκδοση, ενώ ποιήματά του έχουν δημοδιευτεί στο περιοδικό ΛΟΓΟ τεχνείων (και σε κάποια άλλα που δε θυμάται) και αναρτηθεί στους ιστότοπους poiein, teflon, kulturosupa. Λάτρης του παλαιού, του earl grey και του t-shirt. Έπεται η συνέχεια..

Τοπ Τσαρτς