Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2011


Είμαι εδώ
Σαν κανένας
Κι όπως όλοι εκεί
Που κανένας δεν ξέρει
Παρά μόνο ο Γιώργος, ο Γιάννης και η Μαρία.
Ζούμε ήσυχοι όπως κανένας
Έτσι στα πρόθυρα της ανωνυμίας μπορούμε,
 Να βρίζουμε,
Να εγειρόμαστε,
Να ρητορεύουμε,
Προς κάποιους αποδέκτες
Που κανένας δεν τους ξέρει (παρά μόνο όσοι είπα).
Και γυρνώντας στο μαντρί της σπηλιάς
Στο υπέρλαμπρο δίκλινο μέρος που σου παραχώρησε ο κάποιος αδερφός σου
Γίνεσαι ο ένας
Και σαν όλους ο κανένας.

Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2011


Στο βουνίσιο κάλεσμα των γερακιών τινάζεσαι βαθιά κυρτωμένη,
Με τα χρόνια να φαίνονται στις πλάτες, στο πρόσωπο και παντού.
Δεσπόζεις κυρίαρχη σε ‘να αγνό βρόχινο απόγευμα,
Και λάμπεις ολάκερη μωρέ, το ξέρεις;
Το γυμνό σου στεφάνι θα χαρεί πιότερο
Όταν το γιομίσω με μια μπάλα
Που σίγουρα έχεις να φας εδώ και χρόνια.
Εσύ η ομορφότερη
Εσύ η κλαίουσα
Εσύ η ευγενέστερη και λιγομίλητη
Μπασκέτα που έχω συναντήσει.


Τρίτη, 15 Μαρτίου 2011


Όχι αναμνήσεις
Όχι όνειρα
Εδώ
Στο επόμενο δευτερόλεπτο που μόλις έφυγε
Τι μένει να πω για να του δείξω το θαυμασμό μου;

Αγάπα με ρε μαλάκα, μου ‘πες
Κι εγώ συνέχιζα να μην καταλαβαίνω.

Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2011


Τα όνειρα είναι σαν τα σπυράκια,
Όσο τα ξύνεις τόσο μεγαλώνουν.

Τρίτη, 8 Μαρτίου 2011


Να πως τυχαίνει μερικές φορές και βλέπεις τη ζωή σου, από τη ζωή των άλλων, να περνά μπροστά σου στιγμιαία, να την καταπίνεις σαν μια κάψουλα με χημικά, να την τρως όπως ένα παιδικό υπόθετο. Οι βόλτες κάνουν καλό. Αυτό είναι σίγουρο. Σου ανοίγουν το μυαλό και οι εικόνες που παίρνεις έχουν κάτι το διαφορετικό από τους ήδη χιλιομπαλωμένους δρόμους του σπιτιού σου. Εδώ η μοκέτα έχει γδαρθεί, και το πάτωμα του χωλ, τρία βήματα από το σαλόνι, κολλάει. Που χρόνος για σφουγγάρισμα. Εδώ κάηκε το χαλάκι της κουζίνας από ένα σπίρτο τότε με τον Νίκο που έκανε τα μαγικά του γλείφοντας φλόγες. Κι εδώ στενεύει ο χώρος, μικρότερες διαστάσεις, θα χωρέσεις.
            Οι βόλτες βολεύουν, ξεκουράζουν το ταλαιπωρημένο από την οθόνη μάτι, αναστηλώνουν το ηθικό, καθαρίζουν την ανάσα, ανοίγουν τρύπες που έχουν σοβαντιστεί με την καθημερινότητα. Η βόλτα με έφτασε στο Γαλαξείδι και αμέσως μόλις είδα την ταμπέλα στην είσοδο της πόλης σκέφτηκα το ταξίδι που κάποτε το έγραφα ταξείδι. Όμως το word μου το κοκκινίζει, αυτή είναι η βλακεία με λέξεις που μου αρέσει η ορθογραφία που τους δίνω, ίσως βέβαια παλιά να το γράφαμε έτσι, μα δε θα το ψάξω και πολύ, άλλωστε η ουσία είναι πως το ταξείδι με ελκύει με το ει. Για να μην αναφερθώ στους τελεμέδες, στο τσαλίρι, το μιριφιόρι, τη θριξ, και λοιπά παιχνίδια μένω στην απλή ορθογραφική προσέγγιση του word, κάπως πιο σίγουρος και ασφαλής. Όσο εδώ μέσα. Σε αυτό το σπίτι, πίσω από αυτές τις πόρτες, κάτω από το φως αυτής της οθόνης.
            Ο διαιτητής φορούσε μπουφάν, είχε μαλλί σαν τους μπιλτλς, όπως περίτρανα φωνάζει και ο Περπινιάδης, και τα χέρια λόγου κρύου τα είχε στις τσέπες. Λιγομίλητος και φανερά μέσα στο πετσί του έργου του, έδειχνε με τόλμη στις αντίπαλες ομάδες ποιος ήταν ο στόχος τους. Το γκολ. Οι αντίπαλες ομάδες αποτελούνταν από 3 ποδοσφαιριστές εκ των οποίων ο ένας ήταν ο γκολκίπερ. Σε μια ηλιόλουστη πλατεία, με αυτό τον ήλιο που έχει τα κοφτερά δόντια του Μάρτη, με τις πλάκες να λιάζονται και μια θάλασσα θαρρείς ατάραχη, ο διαιτητής σφύριξε την αρχή του ντέρμπι. Ο εκ δεξιών μου γκολκίπερ είχε σηκώσει την φόρμα του ως τα γόνατα μιμούμενος τους μεγάλους αυτούς αθλητές που δε μασάνε τα αρχίδια τους στο χορτάρι της Ά εθνικής (ας γελάσω με το λίγκα καλύτερα), ενώ ο εκ των αριστερών μου αστέρας των γηπέδων του Γαλαξειδίου, κρατούσε μια σανίδα ανά χείρας…
            Περίεργο σκέφτηκα, και εκεί μου έσκασε για πρώτη φορά αυτό που είπα για την παιδική μου ηλικία, που όταν παίζαμε ποδοσφαιρο θυμάμαι τον τύπο Δ.Δ. να έχει το ρόλο του τερματοφύλακα με μια σανίδα στο χέρι που στην άκρη της είχε βάλει δύο ζουμερές ταβανόπροκες. Όποιος πλησίαζε τις έτρωγε στον κώλο, ή όπου άλλου, ο τυπάς δε μάσαγε, ούτε ακόμη δηλαδή μασάει τον κώλο του. Τα σουτ γινόντουσαν μόνο έξω από τη μεγάλη περιοχή του τοπικού γηπέδου και ως πιτσιρίκια που ήμασταν, το σουτ ήταν πιο αδύναμο και από την κλανιά μας. Η μια ομάδα είχε μια κοπέλα που ήταν σοβαρή παίχτρια και μάλιστα πολύ καλή ντριπλαδώρος. Η μάχη ήταν άνιση, καθώς ο ένας αθλητής ήταν ελαφρώς πιο πεπειραμένος και μεγάλος ηλικιακά. Και εκεί κάτω από τον ήλιο, με τα ντιφ-ντιφ της γειτονικής ντεμέκ καφετέριας που χόρευαν ηλίθια βραζιλιάνικα τραγούδια ντάλα 4 το μεσημέρι ενός Σαββάτου μες την αποκριά, οι δύο ομάδες και κάτω από της επευφημίες του φίλου (δε τολμώ να πω το όνομα γιατί θα ζητήσει πάλι τα πνευματικά δικαιώματα) Β. του ‘διναν και καταλάβαινε.
            Ο σπίκερ είχε κέφια, τα ‘λεγε όλα. Μεγάλο άνοιγμα και πάει μόνος του, όμως χάνει την ισορροπία του και πέφτει. Ο τερματοφύλακας απουσίαζε καθώς τον φώναζε η μαμά του. Μα να η κυρία με το μακρύ μπουφάν, την καφέ μπότα και το μαλλί ηλιοτροπίου τι κάνει στο ημικύκλιο της σέντρας; Περάστε έξω κυρία μου. Το σιντριβάνι ήταν κλειστό, πάλι καλά δε λες, μα ήταν ανοιχτά τα σουβλατζίδικα και να σου το μοντέλο μου να τρέχει με το σουβλάκι στο χέρι, δαγκωνιά και κόρνερ. Κι ενώ έπαιζε η μπάλα, να σου χάνεται ο διαιτητής. Ενώ μια παρέα πέρασε είπε να παίξει λίγο, έτσι από το πουθενά η μια ομάδα απέκτησε περισσότερους παίχτες. Η κοπέλα όμως δε μάσαγε, ζητούσε απεγνωσμένα μια καλή σέντρα να στείλει με το μήτο της τη μπάλα στο δρόμο, εκεί που ένας λιμενοφύλακας έκανε τον τροχονόμο.
            Να και ο μπόμπιρας με ένα μπαλόνι, πάλι καλά που παίζετε αλλού το ματς. Τώρα έχουμε αράουτ, και το μπακότερμα απαγορεύεται. Την πατήσαμε. Σε δέκα λεπτά λήγει, μα αυτή η κυρία τι διάολο κάνει βόλτες έτσι στη σέντρα; Έλα φίλε αλλάζουμε, θα μπω εγώ μέσα κάτσε τέρμα εσύ. Όχι δε θέλω. Κάτσε, «παιδία ο Κώστας τέρμα». «Μαλάκα».  «Όλα στο μπαμπά σου». Ο χοντρούλης κέρδισε κόρνερ, θα φτάσει στη μικρή που διψάει για ένα γκολ; Μπαααα… χλωμό ως κατακίτρινο. Και μια συμπαθητική κοπέλα μη έχοντας σώας τας φρένας, ψάρευε συσκευασίες από πακοτίνια βγάζοντας τα εξωτερικά περιτυλίγματα που κερδίζουν κάτι σαν τάπες, πετώντας την κυρίως συσκευασία πάλι κάτω.
Και όπως η μπάλα πήγαινε πάνω κάτω, με κλοτσιές, δήθεν φάουλ, ντρίπλες που δεν πιάνανε ποτέ, ανάμεσα στα φανάρια της πλατείας και έναν τυπά που έφερνε κάτι λάμπες φθορίου προς άγνωστη κατεύθυνση το παιχνίδι έλαβε τέλος. Κέρδισε το άθλημα τολμώ να πω μα οι ομάδες άφησαν ανοιχτούς τους λογαριασμούς τους. Ο διαιτητής ακόμη αγνοείτε σε μια σύμπραξη οικογενειακής βεντέτας που ξέσπασε. Μείναμε ζωντανοί παρατηρώντας τους θρύλους να τα λένε. Μέτρησα πολλούς, πιότερους από όσους άρχισαν, έχασα το μέτρημα, με κέρδισε το σουβλάκι. Οι γκόμενες που βλέπανε τα αστέρια, σιγοψιθύριζαν σου σου σου και μου μου μου η μια με την άλλη. Ενώ εμείς συγυρίζαμε ένα κράμα ραβανί με ρυζόγαλο, κοιτώντας το ρολόι να καρφώνει τα λεπτά του δίχως να συγχωρεί καθυστερήσεις.
Είπαμε και φύγαμε βλέποντας για τελευταία τα σημαιάκια στο γιαλό και κάτι ψαρούκλες κάτω από μια βάρκα 4 κιλά το καθένα. Οι άλλοι γιατί ψαρεύανε προς τα εκεί (και εννοώ πολύ προς τα εκεί);  Κάποιος πιτσιρίκος έτρωγε μαλλί της γριάς, σκέφτηκα ότι δεν έχω αγοράσει ποτέ μαλλί της γριάς. Ίσως το φοβόμουν, ποιος ξέρει. Τώρα όχι πια έγινα άντρας λοιπόν και σαν τίμιος άντρας φοβάμαι τα αεροπλάνα και τα μουνιά. Έτσι λοιπόν δε μπορώ άλλες ψυχοφθόρες συζητήσεις περί αεροπλάνων. Αν είναι να το συζητήσω ας τα πω με κάποιον που θα νοιάζεται για ένα καλό κρασί, μουσική, μαλλί της γριάς και θα παρακολουθεί ψυχεδελικό ποδόσφαιρο. Εκεί θα πω «ναι ρε πούστη μου, ας τα πούμε». Μα ξέρω, ήδη ξέρω πως η απάντηση του θα ναι τόσο αφοπλιστική όσο ιδανικό ήταν αυτό το ματς γι’ αυτήν την βόλτα μου. Κι όσοι ακόμη βλέπουν την Μπάρτσα και γουστάρουν ένα έχω να πω, Γαλαξείδι, Αγγελόπουλος και ψυχεδελικό ποδόσφαιρο.

Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2011


Και είπαμε να βγούμε. Λίγος καθαρός χειμωνιάτικος, αστικός, αέρας κάνει πάντα καλό στα ήδη μολυσμένα πνευμόνια μας. Όχι δεν ήταν πολύ μακριά το bar που ήθελα να πάω και αυτό ίσως με έκανε να νοιώθω κάπως καλύτερα. Η απόσταση με κουράζει, πάντα το έλεγε η πρώτη μου γκόμενα μα εγώ δεν έδινα καμιά σημασία. Τελικά κατέληξα στα λόγια της. Η απόσταση με κουράζει, απλά και μόνο η σκέψη της απόστασης με κάνει να νοιώθω κάπως άβολα στην ιδέα ότι θα πάω κάπου και θα είναι μακριά, αφού ξέρω σίγουρα πως δε θα περάσω τόσο καλά όσο θέλω. Όχι, όχι δεν είναι θέμα παρέας μα μουσικού προσανατολισμού. Ξέρεις πάνε οι μέρες που δε με ένοιαζε το πρόγραμμα του εκάστοτε βλαχοντιτζέι, άλλωστε μπορώ να κάνω τον οποιοδήποτε καλό βλαχοντιτζέι πολύ καλά, βάζοντας, και όχι παίζοντας όπως εικάζεται, συμπαθητικά τραγουδάκια για το σώμα και το πνεύμα.
Και αν βλέπεις έτσι τη φάση, έχει καλώς. Ξέρεις η διασκέδαση που σου προσφέρουν πλέον μοιάζει κάπως ηλίθια ξένη, ξινή, ξυπόλητη, ξερακιανή, ξεθωριασμένη, ξέμπαρκη και πάει λέγοντας. Δεν είμαι ανεχτικός πλέον. Κάνω διαχωρισμούς, μου θυμίζω γυναίκες με φακιόλια στη σειρά που περνάν από μπροστά τους τελάρα με σταφύλια της ορεινής Κορινθίας προσπαθώντας να συλλέξουν τις καλύτερες ρώγες.  Μα αν έστω λέω αν, υπήρχε μια πιθανότητα στο να μην άλλαζα ποτέ τίποτα σε αυτό που θαρρώ ότι είμαι, θα ένοιωθα απαίσια μόνος, μονότονος, μονόπλευρος, μαλθακός, μίζερος, μαλάκας και πήγε λέγοντας. Μα δεν κατηγορώ κανέναν πλέον, εκτός λέω και θα συμφωνήσω σε αυτά που δοκιμάζω, από το εμπορευματοποιημένο μουσικό και κοινωνικό κατεστημένο.
Όλα αυτά είναι δύσκολα και το ξέρω. Αν πεις κάτι για το ένα ή το άλλο, οι γλάροι έξω θα έρθουν να σε γραπώσουν, να σου χώσουν μέσα πιο βαθιά τις λέξεις σου και θα σε κάνουν να νοιώσεις ένα μηδενικό που ξέχασα να προσθέσω. Οι κακόγλωσσες με δέρμα φιδιού επιδεικνύουν τα ύπουλά τους φύκια και σε ξεσχίζουν πέρα για πέρα, ερχόμενοι σα λυτρωτές, ιππότες της ταπεινωτικής χαλαρωτικής και καθιερωμένης διασκέδασης. Μετά σκέφτομαι την πολυτέλεια της ποιότητας, που είναι η άλλη μεγάλη κουβέντα. Έρχεται η δικαιοσύνη με τη γερμένη από πριν ζυγαριά, τα βλέπεις και φωνάζεις μέσα σου πάλι «χίλιες φορές οι τέσσερείς μου τοίχοι». Μα λέγω πάλι, ο καθένας έχει τα δικά του κριτήρια, ακούσματα, εμπειρίες κτλ,  θα είμαι σύμφωνος σε αυτό αλλά δεν ξεχνώ ένα ένδοξο παρελθόν.
Τότε που από πολύ παλιά η μουσική ήταν σκοτάδι και μέρα μαζί. Που χορεύοντας ερχότανε το φεγγάρι και χορεύοντας πάλι, θαρρώ πως λέω, φεύγανε τα δαιμόνια. Η προσωπική λύτρωση, ο εξαγνισμός να θες, η κοινωνικοποίηση και εν τέλει η διασκέδαση βρίσκανε πάτημα στα όποια μουσικά ρεύματα. Από την κλασική και τα ρεμπέτικα, στα τζαζομπλούζ και στο ροκ ν ρολ. Και είναι τόσα πολλά… μα το εμπόρευμα έχει ζήτηση, ελάτε λοιπόν όλοι οι καριόλιδες και φτιάχτε μουσική. Πάρε κόσμε. Δημιουργήστε πρότυπα. Υλοποιήστε λιβάδια μουσικής. Και γεννήθηκε το εμπόρευμα. Έτσι παρέα με όλα τα καλά η μουσική σταμάτησε να είναι κυρίως παιδεία. Έγινε διασκέδαση κυρίως, και δεν αντιλέγω ήταν και είναι μιας πρώτης τάξεως διασκέδαση μα από εκεί και πέρα τι;
Όπως προείπα στο μπαρ ήταν καλά σε γενικές γραμμές, μα όχι σε αυτές τις σειρές. Δε βασανίστηκα και πολύ, μάλιστα στον ιντερλούδιο της βραδιάς έφαγα και ένα πιτόγυρο. Δεν πρόλαβα να ανταλλάζω βρακί με κάποια που θα θελα, μα χαλάλι εδώ πέρασα μια αξιοπρεπέστατη νύχτα. Θυμάμαι γύρισα να αποτελειώσω ένα μπουκάλι γαλλικό μερλό και να ακούσω τίποτα της προκοπής. Σκέφτομαι τζουμποξ, καμπάρι, κάλτσες ως το γόνατο και την αδημονία για την καινούρια κυκλοφορία των The Kinks. Ίσως κάπου να πάρω ένα κλεφτό φιλί από τη δίπλα κοπέλα που τόσο ωραία κουνάει τον psycho go go κωλαράκο της. Μετά κλείνω τα μάτια και βουτάω με τη μία στο επόμενο πρωινό που με βρίσκει κάπου σε ένα δωμάτιο στο Γκύζη να ψάχνω στο ιντερνετ καμιά δουλειά  για να τα φέρω βόλτα. Το δεξί μου χέρι πονάει μα δεν ξέρω το λόγο. Η μέρα περνάει, βροχερά και ήρεμα ενώ το ρολόι έχει καρφωθεί στις 15:44.

Τρίτη, 1 Μαρτίου 2011


Ένα  φεγγάρι τυλιγμένο
Σε δέρμα σκύλου
Με παραπάνω κιλά
Να παίζει μπάλα εκείθε
Ο αγαπημένος μου γιός
Και η πούλια αντίπαλος

Και πίνω τ’ όνομά σου
Σε μια γιρλάντα
Από αλκοολούχο δάκρυ.

Πιστεύω στα λόγια
Όλα τ’ άλλα
Είναι ψέματα.

Ποιος πάλι απόψε θρηνεί
Και τα σκυλιά χορεύουν
Με λύσσα
Ινδιάνικων ιαχών;
Από το Blogger.

Βιο

Γεννήθηκε στην Κόρινθο τον Απρίλιο του 1980 και έτυχε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια να τα ζήσει στην Περαχώρα. Φοίτησε στη Σχολή Διεθνούς Εμπορίου του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας στην Καστοριά, και έπειτα κατηφόρισε στην Αθήνα για χάρη της Μουσικής. Φωτογραφίζει τη γη και τις ορέξεις της ενώ η σύνθεση λέξεων-σκέψεων έρχεται να ταΐσει τις υπαρξιακές του ανάγκες. Μαζί με τα «Επτά Καπνισμένα Μολύβια» κυκλοφόρησε (2009) τις πρώτες του σελίδες κάτω από τον τίτλο «Ο πικραμένος, το παρδαλό κατσίκι και ο τελευταίος», σε μία αυτοχρηματοδοτούμενη έκδοση. Το 2010 ακολούθησε η συλλογή ποιημάτων του «Ποίηση Κατεδαφιστέα» σε αυτοέκδοση, ενώ ποιήματά του έχουν δημοδιευτεί στο περιοδικό ΛΟΓΟ τεχνείων (και σε κάποια άλλα που δε θυμάται) και αναρτηθεί στους ιστότοπους poiein, teflon, kulturosupa. Λάτρης του παλαιού, του earl grey και του t-shirt. Έπεται η συνέχεια..

Τοπ Τσαρτς