Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2011

«Τέρμα η ανοχή, ξηγηθήκαμε;»
Και οι λέξεις ακόμη τρίζουν μέσα μου
Μπορούσα να ρουφήξω σχεδόν αθόρυβα την βίαιη ανατροπή της ιδιόρρυθμης αυτής τσαχπίνας
Ήταν η κάποια κοπέλα
Με το μπλε στηθόδεσμο
Που κάποτε έλεγε
Πως μ’ αγαπάει
Κι ενώ την πίστευα
Και ο καφές μου τελείωνε
Ο κρότος της πόρτας
Ακούστηκε πίσω μου
Μια και πάντα.

Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2011


Ο Μαρκ φοβότανε όταν έμενε μόνος. Οι συχνές κρίσεις πανικού κάμανε το μυαλό του να παίρνει φωτιά. Σκέψεις με το τσουβάλι να εισχωρούν στα τέλματα της ψυχεδελικής του ανάτασης, σκέψεις καθαρές με λιωμένες σαγιονάρες μιτσούκο.
            Στα εικοσιεννέα του χρόνια είχε κάνει όλες τις ασωτίες του Χεμινγουέι, του Μοντιλιάνι και του Κέρουακ, μα δε μασούσε με τίποτα. Ένας ιπποπόταμος εμπειριών, μια συστάδα δέντρων στην έρημο, ένα κόκκινο κραγιόν στην τσάντα της Λολίτας..
            Αυτός ήταν ο Μαρκ και συνέχιζε να πηγαίνει, αυτός και οι ζαλάδες του.

Θέλω απόψε μια κοπέλα
Που να γελάει όσο όλα τα δέντρα μαζί..
Να γελάει..
Κι εγώ να την παίζω.

Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2011


Θα στις βάλω με στόμα,
Γιατί πάνε μονό από στόμα σε στόμα,
Με στόμα.
Και θα κατρακυλήσουν
Στα μέσα σου,
Να γίνουν
Τροφή από λέξεις,
Από στόμα,
Σε στόμα.

Έκλεισες το μισό σου πρόσωπο
Στο άλλο μισό σεντόνι
Και βρήκα τη Χαρά να καίγεται
Σε ‘να ονειρικό μπαλκόνι

Απ’ το να μάτι αετός
Κι απ’ τ’ άλλο δράκος βγαίνει
Μα στο μυαλό διακαώς
Μονάχη η θλίψη γέρνει

Πόδια που’ χουν θρέψει ενοχές
Τα όχι που  φύγανε και σκόνη
Μηλιές με φάλτσες προφορές
Ας ήτανε ο δρόμο μου δυο πόνοι

Ένας που βγήκα το πουρνό
Κι ένας τότε που θα φεύγω
Χαρά μονάχη λέει θαρρετά
Πως τώρα ζω φυλακισμένο

Στης ξένης χώρας χορεύω τα βουνά
Στα βαλς που τρίζουν με δοξάρι
Και στου Μιλάνου την ερημονιά
Διψάω κι Ελλάδα λέω πάλι

Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2011

Σαν ένα κινητό μπουρδέλο
Ανάμεσα από βουνά
Και αλμυρά σταφύλια
Πέρα από σαραβαλιασμένες νότες
Και αμφορείς που στάζουν
Πίσω από τις συσκευασμένες επιρροές του  Μποστ
Του Αμαντέο, του Χένρυ, του Τζίμι
Κείτομαι ορθάνοιχτος σταυρός
Και όλο λέω
Πως είμαι εδώ γι’ αυτούς που τόλμησαν
Να φωνάξουν βοήθεια.

Δηλώνω ανήμπορος
Δειλός, νωθρός και ψεύτης
Που έφτακα ως τα εδώ
Και μήτε που μπορώ να συνεχίσω
Να βλέπω μάτια από μάτια
Στόμα από στόμα
Στήθος από στήθος
Σπίθα από σπίθα
Ανίδεος με το ατημέλητο σύμπαν μου
Εγώ δείχνω να χωλαίνω
Μη με λυπάσαι σιωπή
Δεν υπάρχει έλεος
Ποτέ δεν υπήρχε
Η αδικία έχει μια πόρτα σάπια
Τρυπημένη από σφαίρες εν αποστρατεία μπάτσων
Μα τι βλέπω τώρα..
Μια φορά ας ‘δω
Τα μάτια αυτά
Που λυγίζουν τιτάνια ηλεκτροφόρα κύματα
Κι ύστερα να γίνω πάλι ένας ψεύτης
Για να ασφαλίζω
Το μελλοντικό μου απωθημένο.

Φιλάω
Στο παραθύρι
Μια κυρία
Κι ας μη με βλέπεις
Τη φιλάω
Αιώνια
Μέχρι το πινέλο
Της ζωής
Να πιάσει
Άβυσσο.
Από το Blogger.

Βιο

Γεννήθηκε στην Κόρινθο τον Απρίλιο του 1980 και έτυχε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια να τα ζήσει στην Περαχώρα. Φοίτησε στη Σχολή Διεθνούς Εμπορίου του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας στην Καστοριά, και έπειτα κατηφόρισε στην Αθήνα για χάρη της Μουσικής. Φωτογραφίζει τη γη και τις ορέξεις της ενώ η σύνθεση λέξεων-σκέψεων έρχεται να ταΐσει τις υπαρξιακές του ανάγκες. Μαζί με τα «Επτά Καπνισμένα Μολύβια» κυκλοφόρησε (2009) τις πρώτες του σελίδες κάτω από τον τίτλο «Ο πικραμένος, το παρδαλό κατσίκι και ο τελευταίος», σε μία αυτοχρηματοδοτούμενη έκδοση. Το 2010 ακολούθησε η συλλογή ποιημάτων του «Ποίηση Κατεδαφιστέα» σε αυτοέκδοση, ενώ ποιήματά του έχουν δημοδιευτεί στο περιοδικό ΛΟΓΟ τεχνείων (και σε κάποια άλλα που δε θυμάται) και αναρτηθεί στους ιστότοπους poiein, teflon, kulturosupa. Λάτρης του παλαιού, του earl grey και του t-shirt. Έπεται η συνέχεια..

Τοπ Τσαρτς