Τρίτη, 28 Δεκεμβρίου 2010

Πώς να γύρουμε τη σκεπή της βροχής και σε σεντούκι μέσα
Το πέτσινό της κάστρο να φυλακίσουμε
Χάσαμε το κορμί μας κάτω από πεταμένα κέρματα

Δε μπορούσαμε να σηκώσουμε τίποτα από κάτω
Ούτε να τρέξουμε πια
Ούτε
Να κλέψουμε αυτό που μας άνηκε
Περιμένουμε δίπλα ο ένας στον άλλο
Μα πως ξεχαστήκαμε εδώ.
Κανείς δεν ξέρει;

                                                          

Οι καλλιτέχνες γινήκαν νταβατζήδες
Και τα έργα οι πουτάνες τους.
Τη μια μέρα
Θέλω να διαβάσω την ποίηση του κόσμου όλη
Την άλλη να τρέχω σε μπαξέδες
Την άλλη να γαμιέμαι σα σκυλί
Και μετά να τρώω όλα τα καλά του κόσμου
Την άλλη να γνωρίσω το φως
Και όλο το σκοτάδι
Καθώς και τόσα άλλα.

Το πιο ωραίο μπανιστήρι
Έξω από ‘να γυμναστήρι

Να περιμένεις με λαχτάρα
Το επόμενο μωράκι
Που θα βγει μες τον ιδρώτα
Κι έχει φτιάξει κωλαράκι

Το πιο ωραίο μπανηστήρι
Το κάναμε σε να γυμναστήρι
Μα πήραμε τέτοια λαχτάρα
Που είδαμε τον ουρανό σφοντήλι.

Παρασκευή, 3 Δεκεμβρίου 2010


Λιώνοντας πάνω στα χείλη σου
Αυτό το απαλό χάδι υγρού
Που η ουσία του
Φτάνει γλυκιά στη γεύση σου
Και το περίσσευμα
Κυρτό να πλάθει τα μαλλιά σου

Στη μέση μιας σκιάς
Που διχοτόμησα αφιλοκερδώς
Πριν κοιμηθώ και δακρύσω τρεις φορές
Που μόνος στέκω
Τώρα έρμαιο στη μέση μιας κόκκινης σκιάς.


Ξύπνησα όπως πάντα.
Δίχως τίποτα καινούριο.
Όλα ήταν όπως τα ‘ξερα απλά είχα δουλειές το πρωί.
Οι εκδότες με θέλανε απίκο στις 10:00.
Πήγα.
Ενάντια σε ‘μενα και το θείο Τσάρλυ,
Συνάντησα τη βροχή,
Δε μάσησα,
Συνέχισα.
Ήμουν εκεί και κατ’ ακολουθίαν συνέχισα να ‘μαι αυτό που είμαι.
Μα τώρα ήταν και οι εκδότες.
Πήρα κάποιες κλεφτές τζούρες αέρα από το δωμάτιό τους.
Γελάγανε.
Αγωνιούσα.
Καθίσαμε.
Σταύρωσα τα χέρια με ενδιαφέρον σε ‘να τραπέζι συναντήσεων.
Μεγάλο τραπέζι, και η πρώτη σκέψη που μου ήρθε ήταν ότι εκεί πάνω θα γινόντουσαν απίστευτα τσιμπούσια.
Περίμενα τα καθέκαστα.
Ο μπουκλέ τύπος με το βιβλίο μου και το κιτάπι του μπήκε.
«Δε διάβασα εγώ το βιβλίο σου», είπε, «να στο ξεκαθαρίσω αυτό..»
Άκουγα και άκουγα ενώ η βροχή έπεφτε.
«2.500 χιλιάρικα»,  είπε ενώ συνέχιζα να ακούω, «είναι καλή ευκαιρία..»
«Θα πάρεις και 300 αντίτυπα δικά σου.
2.500 χιλιάρικα ευρώ.
Φρέσκα, κολλαριστά.
Σκεφτόμουν τα φασολάκια της μάνας μου
«Θα σου πούμε σε ποιους ποιητές να τα στείλεις. Έτσι πάει», είπε ενώ η βροχή έπεφτε.
«Όσον αφορά τα δικαιώματα μην περιμένεις να βγάλεις λεφτά, σου αναλογεί το δέκα τοις εκατό..»
Είπε.
«Απορίες;»
Είπε.
«Όχι»
Είπα.
«Σκέψου το καλά και  απάντησέ μου αυτή την εβδομάδα διότι περιμένουν και άλλοι.»
Είπε, ενώ η βροχή έπεφτε
Πήγα προς την έξοδο.
Δεν πήρα πάλι το ασανσέρ.
Βάδισα προς τις σκάλες.
Έστριψα ένα τσιγάρο και το κάπνισα παρέα με κάτι μπάτσους δίπλα μου.
Ας είναι είπα, εγώ μια φορά ποιητής θα γίνω.
Είτε το θέλετε, είτε όχι
Και θα γίνω σύμφωνα με τους δικούς μου όρους.
Τουλάχιστον τα παραπάνω αυτά στοιχεία διαγράφονται στο i-pod μου, το οποίο λειτουργεί παίζοντας Johnny cash.
Μεσημέρι ή απόγευμα, ο ήλιος καίει, ο αέρας χαστουκίζει. Σύννεφα πέρα δώθε, κόσμος πάει κι έρχεται. Η μέρα πάει να σβήσει. Η νύχτα ετοιμάζεται σιγά-σιγά και βγάζει τις πιτζάμες τις. Κάτι σατέν εσώρουχα που είδα τα πέταξε στα άπλυτα. Είπε ότι θα φορέσει τη γνωστή της κελεμπία. Τα πεύκα στέκονται αγέρωχα, πιστά  στο χώμα που τόσα οφείλουν. Τα κουκουνάρια ακολουθούν το δόγμα της ημέρας και κάποιοι ίσως σκίουροι τριγυρνάνε χωρίς μπαστούνι.
Όλοι περιμένουν κάτι και συνάμα κανείς, κανέναν. Τα παπούτσια να φορεθούν ή να αφεθούν, τα αυτοκίνητα να μουγκρίσουν ή να μείνουν, το ψάρι να ψαρευτεί ή να κολυμπήσει και πάει λέγοντας.
Είναι αυτές οι ώρες που οι κίνδυνοι πληθαίνουν ως οι αγωνίες. Είναι αυτές οι ώρες που θες να τρέξεις ως τη θάλασσα  για να της πεις ένα γεια. Είναι αυτές οι ώρες που τρεμοπαίζει ο φεγγίτης των ειρμών μου σα βεντάλια, κάνοντας επαναληπτικές κινήσεις ως την ακινησία.
Πάνε οι μέρες κι ίσως οι μήνες, απομονώνοντας καλές και κακές σκέψεις. Καμιά μετριότητα. Πληρότητα και κενότητα μαζί. Οι μνήμες πάνε βόλτα στα πηγάδια των ημερών που έζησες και πίνουν απ’ αυτά. Ανάλογα με το πόσο καθαρό  νερό έχουν, γυρνάνε και φωτίζουν το πρόσωπο με γήινα χρώματα, λαμπερά και σκοτεινά. Το καλό, η λογική, το κακό, η ενέργεια.
Είμαι εδώ μέσα σε αυτό το αχούρι κι όσο κι αν φωνάξω ο μόνος που μ’ ακούει είν’ ο κόσμος μέσα μου. Όλοι οι άλλοι λένε θα περάσει λες και δεν το ξέρω. Γιατί το λένε; Είναι ρητό; Είναι παρηγοριά αυτή;
Λογική-ενέργεια. Η λογική παραμυθιάζει την ψυχοσύνθεση του ανθρώπου ενώ η ενέργεια τη λυτρώνει. Λογική όπου κι όταν θέλεις να φερθείς ανάλογα. Πράττοντας- ενεργώντας λογικά αποκεφαλίζουμε το καλό αφαιρώντας σκάλες κακού.
Όλα για όσους περιφέρονται αέναα. Με μια δόση χιούμορ, μια αλοιφή για τα κουνούπια και ένα μαξιλάρι με όνειρα συναναστρέφομαι με τα γραπτά. Που θα μείνουν. Θα διακριθούν μεταξύ άλλων και θα καούν στον πάτο μιας βιβλιοθήκης αποβλήτων.
Όλοι είμαστε όλα. Κι όταν αποφασίσουμε το αυτό, καταφέρνουμε μια ριπή από φυσαλίδες ζωής.
Σας υποτιθέμενος Στρατιώτης.
Αυτό το ποίημα είναι μια αλλαξιά
Το φοράς και εξιλεώνεσαι
Αυτό το ποίημα μιλάει για σπαρτά φεγγάρια και ανέραστα πρωινά
Με κάνει να αισθάνομαι λίγο πιο μονότονα γλυκός
Αυτό το ποίημα μου δίνει συμβουλές για το πώς θα γίνω ένας καλύτερος ηλίθιος μέσα στον όχλο
Να βράζω στα πεζοδρόμια και να περιμένω την επόμενη πρόβα που αργεί
Αυτό το ποίημα δεν είναι ερωτικό μα μου αρέσει
Σκέπτομαι να το βρίσω λίγο μπας και ταρακουνηθεί
Αλλάξει τα λόγια του για να με συμπαθήσει λίγο
Μα αυτό το ποίημα το φοράω και γελάω καταλαβαίνοντας την αλήθεια του

Για το αξημέρωτο
Τη μονοκονδυλιά που ισορροπεί ανάμεσα σε Σούμπερτ και Σούμπερτ
Στα βαλς εκείνα που λήξανε άδοξα καθώς τα όρνια ετοίμαζαν στα μουλωχτά το θάνατό τους
Και στην Άνοιξη, που όλο λέει ότι έρχεται
Ποιος είμαι εδώ
Γιατί εδώ δεν ξέρω πως, που και να μπλέκω τα πόδια μου στον ουρανό
Σα φυγάς παράτολμα ζητάω χάδια
Στα κατσαρά μου γένια μπλέχτηκαν πουλιά και πονάνε
Γέννησα πύον και ποιος είμαι εδώ ξαναλέω περίτρανα
Δε μ’ ακούτε βρε;
Καταδικασμένος να γράφω
Για τους βιασμούς που επέστησα
Κι έτσι λατρευτά μόνος να θυμάμαι πόσο καλά με κέρναγες χολή
Ενώ πέθαινα και συνέχιζα να πεθαίνω
Δίχως αρετή στην πλάτη
Γράφω λέω τώρα
Και πριν ξημερώσει ισορροπώ ανάμεσα από ένα καντήλι
Που καίει περίσσιο τ’ όνομά σου.

Ρουφάω μια τζούρα αλκοόλ και σκέφτομαι σε παρόντα χρόνο
Όταν η πόλη κοιμάται,
Ακούω χαμηλά μουσική ενώ με παροτρύνω να τζογάρω δίχως να σκέφτομαι το κόστος.
Όταν η πόλη κοιμάται,
Κλέβω ανάσες γειτονικές, τρώω στα τραπέζια τους και ανοίγω ξένες τηλεοράσεις.
Υπολογίζω πόσες όμορφες, ντελικάτες κοπέλες κοιμούνται μόνες τους,
Δίχως συντροφιά, δίχως ποτό και έρωτα.
Και θέλω τόσο να τις γλυκάνω όλες,
Να γλυκάνω τα στρωσίδια τους με την αρίδα μου,
Μα ξάφνου γίνομαι ρεαλιστικός και παύω να σκέφτομαι μαλακίες.
Όταν η πόλη κοιμάται,
Πιάνω νότες ή ψαχουλεύω στον υπολογιστή για κάτι της προκοπής.
Κι όταν κάποιος ξυπνήσει, του λέω εδώ η πόλη κοιμάται, που πας;
Λίγο πριν σταμάτησε και το τελευταίο λεωφορείο,
Η βρύση στάζει.
Κάπου εδώ όλη η πόλη κοιμάται,
Κι εγώ απόψε χώρια της.
Από το Blogger.

Βιο

Γεννήθηκε στην Κόρινθο τον Απρίλιο του 1980 και έτυχε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια να τα ζήσει στην Περαχώρα. Φοίτησε στη Σχολή Διεθνούς Εμπορίου του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας στην Καστοριά, και έπειτα κατηφόρισε στην Αθήνα για χάρη της Μουσικής. Φωτογραφίζει τη γη και τις ορέξεις της ενώ η σύνθεση λέξεων-σκέψεων έρχεται να ταΐσει τις υπαρξιακές του ανάγκες. Μαζί με τα «Επτά Καπνισμένα Μολύβια» κυκλοφόρησε (2009) τις πρώτες του σελίδες κάτω από τον τίτλο «Ο πικραμένος, το παρδαλό κατσίκι και ο τελευταίος», σε μία αυτοχρηματοδοτούμενη έκδοση. Το 2010 ακολούθησε η συλλογή ποιημάτων του «Ποίηση Κατεδαφιστέα» σε αυτοέκδοση, ενώ ποιήματά του έχουν δημοδιευτεί στο περιοδικό ΛΟΓΟ τεχνείων (και σε κάποια άλλα που δε θυμάται) και αναρτηθεί στους ιστότοπους poiein, teflon, kulturosupa. Λάτρης του παλαιού, του earl grey και του t-shirt. Έπεται η συνέχεια..

Τοπ Τσαρτς