Τετάρτη, 25 Μαΐου 2011


Σήμερα που όλοι έχουν και σχηματίζουν μια άποψη, δηλώνω απών.
Φοράω σανδαλωτά, μισοδερμάτινα σκαρπίνια και προσκυνώ πέτρες.
Η άποψή μου για τα πράγματα φαντάζει ελλειμματική, μα δε θα προσφύγω σε κανένα ίδρυμα, ούτε θα ζητήσω τη συνδρομή του οικονομικού μου επιτελείου.
Δε φοράω καμιά άποψη,
Μένω αμέτοχος,
Κοιτάζοντας,
Ακούγοντας
Και όλο και κάποιος λέει πως έχει μια άποψη, μα όχι εγώ.
Τόσες πολλές
Τόσο διαφορετικές
Τρίζουμε από λύσεις
Και όσο τις ακούω, τόσο προτιμώ να μην έχω μία.
Ξυπνάω μόνος,
Τρώω και κοιμάμαι πάλι μόνος
Όπως και όλοι αυτοί
Δεν αλλάζει κάτι.
Ελέγχω τον εαυτό μου και του ζητάω να μην σχηματίζει άποψη ακόμη.
Κι αν γέρνει προς κάποια μεριά, ας το κάνει.
Μονάχα να μην σχηματίζει κανένα άλλο σχήμα πέρα από τα φανταστικά των ονείρων
Να περιμένει την άποψη αυτή που θα την έχει σκεφτεί κάποιος αγνώμονας, ίσως, ως τα πριν,
Που να, τώρα δα
Μπορεί και σκέπτεται,
Χωρίς φασαρία.

Δευτέρα, 16 Μαΐου 2011


Κάποτε χώραε λίγους
Τώρα δα, χωράει πολλούς.
Οι οποίοι μαζί με τους λίγους
Κάνουν ένα αηδιαστικό σύνολο,
Που δυσκολεύεσαι να ξεχωρίσεις το έργο,
Από τον ορυμαγδό.
Και μπλέκονται όλα
Σκατά και άσπρες κάλτσες στην κατσαρόλα της γνώσης.
Ναι μιλάμε για τέχνη
Που ορίζεται από τους καλλιτέχνες κηπουρούς
Που πλέον έχουν λεφτά και τα χρησιμοποιούν
Για να πουλήσουν μούρη και σκατά ( η επανάληψη μαθαίνει).
Κάπως έτσι σου φέρονται
Και έχουν το άλλοθι!
Το άλλοθι του καλλιτέχνη.
Μα αυτός ο τελευταίος δεν παρατηρεί;
Υπάρχει κι άλλη υπομονή;
Ποιος μπορεί να διακρίνει έναν κορεσμό;
Ο καλλιτέχνης μπορεί να ναι σάπιος, τόσο όσο η τέχνη του
Και τα λόγια τόσο άσχημα όσο η τέχνη του
Μα συνεχίζει και λέγεται καλλιτέχνης
Και αυτό το τελευταίο ρημάδι,
Ε, να το χέσω.



Ερχόντουσαν φίλοι εδώ για να ακούσουμε τους τελευταίους δίσκους

Οι κοπέλες περπατούσα ξέγνοιαστες με αυτό το χοροπηδητό βήμα

Οι ρετσίνες βάφανε καθημερινά την φλοκάτη

Τότε που

Δεν ήξερα γιατί κελαηδούσαν τα πουλιά

Περίμενα πως και πως το καλοκαίρι

Είχα όρεξη για το αύριο

Τότε που

Το όποιο ταξίδι ονειρευόμουν γυμνό

Και τα δάκρυα τα έπνιγα στο χιόνι

Οι καθημερινοί άνθρωποι γελούσαν

Και το αύριο ήταν μοχθηρό

Τόσο όσο δεν ήθελα

Τότε που

Καθόμουν σε ένα πάγκο και έπινα μπύρες με τον κολλητό μου χωρίς να ακούω για πολιτική

Έβριζα τον εαυτό μου που δεν πηδιόμουν σωστά

Τότε που

Πήγαινα εκεί που ονομάστηκε αρχή με κουρεμένο κεφάλι και έφυγα διπλός.

Της σιγής το απαλό χάδι
Έρχεται τρυφερά
Για να γλαρώσει
Την τελευταία του ζωή
Από το Blogger.

Βιο

Γεννήθηκε στην Κόρινθο τον Απρίλιο του 1980 και έτυχε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια να τα ζήσει στην Περαχώρα. Φοίτησε στη Σχολή Διεθνούς Εμπορίου του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας στην Καστοριά, και έπειτα κατηφόρισε στην Αθήνα για χάρη της Μουσικής. Φωτογραφίζει τη γη και τις ορέξεις της ενώ η σύνθεση λέξεων-σκέψεων έρχεται να ταΐσει τις υπαρξιακές του ανάγκες. Μαζί με τα «Επτά Καπνισμένα Μολύβια» κυκλοφόρησε (2009) τις πρώτες του σελίδες κάτω από τον τίτλο «Ο πικραμένος, το παρδαλό κατσίκι και ο τελευταίος», σε μία αυτοχρηματοδοτούμενη έκδοση. Το 2010 ακολούθησε η συλλογή ποιημάτων του «Ποίηση Κατεδαφιστέα» σε αυτοέκδοση, ενώ ποιήματά του έχουν δημοδιευτεί στο περιοδικό ΛΟΓΟ τεχνείων (και σε κάποια άλλα που δε θυμάται) και αναρτηθεί στους ιστότοπους poiein, teflon, kulturosupa. Λάτρης του παλαιού, του earl grey και του t-shirt. Έπεται η συνέχεια..

Τοπ Τσαρτς