Ο Μαρκ φοβότανε όταν έμενε μόνος. Οι συχνές
κρίσεις πανικού κάμανε το μυαλό του να παίρνει φωτιά. Σκέψεις με το τσουβάλι να
εισχωρούν στα τέλματα της ψυχεδελικής του ανάτασης, σκέψεις καθαρές με λιωμένες
σαγιονάρες μιτσούκο.
Στα εικοσιεννέα του χρόνια είχε
κάνει όλες τις ασωτίες του Χεμινγουέι, του Μοντιλιάνι και του Κέρουακ, μα δε
μασούσε με τίποτα. Ένας ιπποπόταμος εμπειριών, μια συστάδα δέντρων στην έρημο,
ένα κόκκινο κραγιόν στην τσάντα της Λολίτας..
Αυτός ήταν ο Μαρκ και συνέχιζε να
πηγαίνει, αυτός και οι ζαλάδες του.