Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2011


Η φύση μου
Η γιομάτη σπέρμα φύση
Του αέρα η μήτρα
και της βροχής παράπονο

Η φύση
Αυτή η γιομάτη σπέρμα
Μάνα
Θειάφι και φωτιά
Άμμος και βουνό

Πουτάνα φύση
Γιομάτη σπέρμα
Άνοιξε τα σκέλια σου
Να γονιμοποιηθείς
Ολάκερη

Μωρή φύση ανώμαλα φυσική.

Πήγα στη θάλασσα,
Αγάπη μου,
Χτες πήγα στη θάλασσα.
Κι ήθελα να σουν εκεί,
Αγάπη μου,
Κοντά στη θάλασσα.
Που εκεί ήμουν,
Αγάπη μου,
Μα δε σε ήβρα.

Αυτή η σιωπή έσπαγε το χούι μου
Μεράκλωνα στους σημαδεμένους από πίσσα χώρους της ασύμμετρης κοπρολαγνείας
Όσο διάβαζα ποιήματα ήμουν ένας κύκνος μπατίρης
Γιόμιζα το ωραίο μου κάστρο με διαμάντια μιας χρήσεως
Κι ήμουν ένας μπάσταρδος, ένας κάφρος Άδης καθισμένος στην πιο στριμμένη γωνία
Όσο διάβαζα ποιήματα μελαγχολούσα στο Παρίσι
Έβριζα τάχα τ’ αστέρια κι έπιανα με πάθος τον ύπνο στον ύπνο
Όσο διάβαζα ποιήματα θυμόμουν ένα έντονα υπερρεαλιστικό εγώ
Κάτω από τα ιδιαίτερα νεύματα της ακόλαστης γοητείας μου
Τα διάβαζα καθαρά και πρόστυχα
Ως ένας κώλος διαβαίνει και σβήνει
Ο κόσμος όλος.

Τετάρτη, 17 Αυγούστου 2011

Λάδια, κρέμες και ομπρέλες.
Και αν μπορείς να κατέχεις πάνω από εικοσιπέντε τεμάχια κρέμες είναι καλά.
Λάδια, κρέμες και ομπρέλες,
Στα καλοκαίρια δίχως σουτιέν,
Στους κώλους με κολάν.
Λάδι στο σώμα,
Πολύ λάδι.
Να λαμποκοπά το δέρμα,
Να ψήνεις αβγά.
Και κάτω από την ομπρέλα ο μπρούκλης σύντροφός σου.
Καλοκαίρια τροπικά με καταιγίδες και κάστρα.
Κάποιος τρέχει προς τη θάλασσα.
Και όλοι καίγονται.
Μαυρίζουν λίγο πριν γίνουν στάχτη.
Κι αν σε ερωτούν με τι ασχολείσαι μια απάντηση μένει.
Το Rock ‘n’ Roll.
Όλα τα’ άλλα είναι τυπικά,
Το αλκοόλ είναι στο ελάχιστο δυνατό σημείο.
Κερδίζεις μονάχα στις εντυπώσεις επειδή δεν κατέχεις το λάδι, τις κρέμες και τις ομπρέλες.
Παιδιά με πατσοκοίλια και ξινισμένες τουρίστριες καταντούν το τοπίο βαρετό και μονότονο.
Όπως δα αυτή η γραφή για τα λάδια, τις κρέμες και τις ομπρέλες.
Μα αν έχεις πάνω από εικοσιπέντε κρέμες στο οπλοστάσιό σου κάτι γίνεται,
Ε, Ευριπίδη;
Από το Blogger.

Βιο

Γεννήθηκε στην Κόρινθο τον Απρίλιο του 1980 και έτυχε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια να τα ζήσει στην Περαχώρα. Φοίτησε στη Σχολή Διεθνούς Εμπορίου του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας στην Καστοριά, και έπειτα κατηφόρισε στην Αθήνα για χάρη της Μουσικής. Φωτογραφίζει τη γη και τις ορέξεις της ενώ η σύνθεση λέξεων-σκέψεων έρχεται να ταΐσει τις υπαρξιακές του ανάγκες. Μαζί με τα «Επτά Καπνισμένα Μολύβια» κυκλοφόρησε (2009) τις πρώτες του σελίδες κάτω από τον τίτλο «Ο πικραμένος, το παρδαλό κατσίκι και ο τελευταίος», σε μία αυτοχρηματοδοτούμενη έκδοση. Το 2010 ακολούθησε η συλλογή ποιημάτων του «Ποίηση Κατεδαφιστέα» σε αυτοέκδοση, ενώ ποιήματά του έχουν δημοδιευτεί στο περιοδικό ΛΟΓΟ τεχνείων (και σε κάποια άλλα που δε θυμάται) και αναρτηθεί στους ιστότοπους poiein, teflon, kulturosupa. Λάτρης του παλαιού, του earl grey και του t-shirt. Έπεται η συνέχεια..

Τοπ Τσαρτς