Τρίτη, 23 Ιουνίου 2009

Ξάπλωσα στις λευκές κηλίδες σου από αίμα.
Βούτηξα όλος έρωτα μες το ψέμα σου κάνοντας να γελάσει και ο πιο απαισιόδοξος.
Έκοψα δέντρα, τσάκισα αετούς κι όλα αυτά για να 'ρθω δίπλα σου.
Γέλασα φοβούμενος εγώ, εμένα κι έμεινα ώριμος 'πα στο δέντρο μου μέχρι να σαπίσω.
Να μουχλιάσω και να γίνω χώμα.
Κι έμεινα εκεί θαρρώντας πως θα 'ρθεις.
Μην γεννάς ιδέες.
Οι ιδέες γεννούν προβλήματα.
Χαρτί , στυλό, μαγιό, όρεξη, διάρκεια, πνεύμα, υγεία και συνέπεια.
Χρόνο, μουσική, στυλ, γυαλιά, κάλτσες και σώβρακα.
Ζωγραφίζουμε λέξεις κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού κάτω από ένα αλμυρίκι.
Οι μπίρες έρχονται από τη μία το μεσημέρι.
Έχοντας τα απαραίτητα γινόμαστε ρεαλιστικά σκυλιά.
Γλείφουμε με τα μάτια γυναίκες όλο κάλος.
Επίγειες θεές με τουπέ που ζητούν τα τελείως απαραίτητα.
Κάτι το οποίο προφανώς και δεν διαθέτουμε.
Η ιστορικότητα της στιγμής ορίζεται από τη μαλακία που έκανες σε σχέση με αυτή που σχεδίαζες να κάνεις.
Γαμημένα δικός σου
Από το σούρουπο ως τη δύση
Από τη δύση ως την αυγή
Γαμημένα δικός σου
Να υπάρχω ανάμεσα από τα μπούτια σου
Να αναπνέω βαθιά τις εκπνοές των πόρων του δέρματός σου
Γαμημένα δικός σου να σε πληγώνω συνέχεια
Κι όλο κάτι μου λέει πως είμαι γαμημένα δικός σου
Για όσο λίγο μπορώ να περιπλανιέμαι μέσα σου
Προσπαθώ να βρω την κατάλληλη στιγμή για να επιτεθώ στον εαυτό μου
Να του χυμίξω ύπουλα όταν θα ατενίζει τη θαλάσσια νηνεμία
Να του σπάσω όλα του τα μέλη σε μικρά- μικρά τεμάχια και τα κόκκαλα βέλη να τα κάνω για τον επόμενό μου στόχο
Προσπαθώ να βρω την κατάλληλη στιγμή για να επιτεθώ στον εαυτό μου και ερεθίζομαι στην σκέψη αυτή και μόνο
Την φωτιά που θα καίει σάρκα και ζωτικά όργανα
Τη στιγμή του πρώτου και τελευταίου του βογγητού
Προσπαθώ να βρω την κατάλληλη στιγμή για να επιτεθώ στον εαυτό μου και να του βάλω μια.
Ποίηση κατεδαφιστέα, μιάς χρήσεως για παιδά που τα λένε ντόμπρα.
Αυτή δεν πουλιέται στα περίπτερα.
Δεν κάνει εκπτώσεις και είναι συνεπείς πάντα στο ραντεβού της.
Ποίηση ασυνάρτητη, μεθυσμένη και ολίγον τι γλυκιά.
Η ποίησή μας.
Έτσι την ονομάζουμε.
Ζεστή και υγρή όπως ένας πλαδαρός μισάνοιχτος κώλος.
Ποίηση που γέρνει.
Στριμωχμένη στις αρτηρίες μας, οδηγεί με θάρρος στα λευκά μας σοκάκια.
Μιά κόλα γράμματα θαμμένα μέσα μας.
Και βγαίνουν ζεστά τα σκατά.
Τόσο ζεστά που αχνίζουν και μετά από χρόνια.
Από το Blogger.

Βιο

Γεννήθηκε στην Κόρινθο τον Απρίλιο του 1980 και έτυχε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια να τα ζήσει στην Περαχώρα. Φοίτησε στη Σχολή Διεθνούς Εμπορίου του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας στην Καστοριά, και έπειτα κατηφόρισε στην Αθήνα για χάρη της Μουσικής. Φωτογραφίζει τη γη και τις ορέξεις της ενώ η σύνθεση λέξεων-σκέψεων έρχεται να ταΐσει τις υπαρξιακές του ανάγκες. Μαζί με τα «Επτά Καπνισμένα Μολύβια» κυκλοφόρησε (2009) τις πρώτες του σελίδες κάτω από τον τίτλο «Ο πικραμένος, το παρδαλό κατσίκι και ο τελευταίος», σε μία αυτοχρηματοδοτούμενη έκδοση. Το 2010 ακολούθησε η συλλογή ποιημάτων του «Ποίηση Κατεδαφιστέα» σε αυτοέκδοση, ενώ ποιήματά του έχουν δημοδιευτεί στο περιοδικό ΛΟΓΟ τεχνείων (και σε κάποια άλλα που δε θυμάται) και αναρτηθεί στους ιστότοπους poiein, teflon, kulturosupa. Λάτρης του παλαιού, του earl grey και του t-shirt. Έπεται η συνέχεια..

Τοπ Τσαρτς