Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2011


Και είπαμε να βγούμε. Λίγος καθαρός χειμωνιάτικος, αστικός, αέρας κάνει πάντα καλό στα ήδη μολυσμένα πνευμόνια μας. Όχι δεν ήταν πολύ μακριά το bar που ήθελα να πάω και αυτό ίσως με έκανε να νοιώθω κάπως καλύτερα. Η απόσταση με κουράζει, πάντα το έλεγε η πρώτη μου γκόμενα μα εγώ δεν έδινα καμιά σημασία. Τελικά κατέληξα στα λόγια της. Η απόσταση με κουράζει, απλά και μόνο η σκέψη της απόστασης με κάνει να νοιώθω κάπως άβολα στην ιδέα ότι θα πάω κάπου και θα είναι μακριά, αφού ξέρω σίγουρα πως δε θα περάσω τόσο καλά όσο θέλω. Όχι, όχι δεν είναι θέμα παρέας μα μουσικού προσανατολισμού. Ξέρεις πάνε οι μέρες που δε με ένοιαζε το πρόγραμμα του εκάστοτε βλαχοντιτζέι, άλλωστε μπορώ να κάνω τον οποιοδήποτε καλό βλαχοντιτζέι πολύ καλά, βάζοντας, και όχι παίζοντας όπως εικάζεται, συμπαθητικά τραγουδάκια για το σώμα και το πνεύμα.
Και αν βλέπεις έτσι τη φάση, έχει καλώς. Ξέρεις η διασκέδαση που σου προσφέρουν πλέον μοιάζει κάπως ηλίθια ξένη, ξινή, ξυπόλητη, ξερακιανή, ξεθωριασμένη, ξέμπαρκη και πάει λέγοντας. Δεν είμαι ανεχτικός πλέον. Κάνω διαχωρισμούς, μου θυμίζω γυναίκες με φακιόλια στη σειρά που περνάν από μπροστά τους τελάρα με σταφύλια της ορεινής Κορινθίας προσπαθώντας να συλλέξουν τις καλύτερες ρώγες.  Μα αν έστω λέω αν, υπήρχε μια πιθανότητα στο να μην άλλαζα ποτέ τίποτα σε αυτό που θαρρώ ότι είμαι, θα ένοιωθα απαίσια μόνος, μονότονος, μονόπλευρος, μαλθακός, μίζερος, μαλάκας και πήγε λέγοντας. Μα δεν κατηγορώ κανέναν πλέον, εκτός λέω και θα συμφωνήσω σε αυτά που δοκιμάζω, από το εμπορευματοποιημένο μουσικό και κοινωνικό κατεστημένο.
Όλα αυτά είναι δύσκολα και το ξέρω. Αν πεις κάτι για το ένα ή το άλλο, οι γλάροι έξω θα έρθουν να σε γραπώσουν, να σου χώσουν μέσα πιο βαθιά τις λέξεις σου και θα σε κάνουν να νοιώσεις ένα μηδενικό που ξέχασα να προσθέσω. Οι κακόγλωσσες με δέρμα φιδιού επιδεικνύουν τα ύπουλά τους φύκια και σε ξεσχίζουν πέρα για πέρα, ερχόμενοι σα λυτρωτές, ιππότες της ταπεινωτικής χαλαρωτικής και καθιερωμένης διασκέδασης. Μετά σκέφτομαι την πολυτέλεια της ποιότητας, που είναι η άλλη μεγάλη κουβέντα. Έρχεται η δικαιοσύνη με τη γερμένη από πριν ζυγαριά, τα βλέπεις και φωνάζεις μέσα σου πάλι «χίλιες φορές οι τέσσερείς μου τοίχοι». Μα λέγω πάλι, ο καθένας έχει τα δικά του κριτήρια, ακούσματα, εμπειρίες κτλ,  θα είμαι σύμφωνος σε αυτό αλλά δεν ξεχνώ ένα ένδοξο παρελθόν.
Τότε που από πολύ παλιά η μουσική ήταν σκοτάδι και μέρα μαζί. Που χορεύοντας ερχότανε το φεγγάρι και χορεύοντας πάλι, θαρρώ πως λέω, φεύγανε τα δαιμόνια. Η προσωπική λύτρωση, ο εξαγνισμός να θες, η κοινωνικοποίηση και εν τέλει η διασκέδαση βρίσκανε πάτημα στα όποια μουσικά ρεύματα. Από την κλασική και τα ρεμπέτικα, στα τζαζομπλούζ και στο ροκ ν ρολ. Και είναι τόσα πολλά… μα το εμπόρευμα έχει ζήτηση, ελάτε λοιπόν όλοι οι καριόλιδες και φτιάχτε μουσική. Πάρε κόσμε. Δημιουργήστε πρότυπα. Υλοποιήστε λιβάδια μουσικής. Και γεννήθηκε το εμπόρευμα. Έτσι παρέα με όλα τα καλά η μουσική σταμάτησε να είναι κυρίως παιδεία. Έγινε διασκέδαση κυρίως, και δεν αντιλέγω ήταν και είναι μιας πρώτης τάξεως διασκέδαση μα από εκεί και πέρα τι;
Όπως προείπα στο μπαρ ήταν καλά σε γενικές γραμμές, μα όχι σε αυτές τις σειρές. Δε βασανίστηκα και πολύ, μάλιστα στον ιντερλούδιο της βραδιάς έφαγα και ένα πιτόγυρο. Δεν πρόλαβα να ανταλλάζω βρακί με κάποια που θα θελα, μα χαλάλι εδώ πέρασα μια αξιοπρεπέστατη νύχτα. Θυμάμαι γύρισα να αποτελειώσω ένα μπουκάλι γαλλικό μερλό και να ακούσω τίποτα της προκοπής. Σκέφτομαι τζουμποξ, καμπάρι, κάλτσες ως το γόνατο και την αδημονία για την καινούρια κυκλοφορία των The Kinks. Ίσως κάπου να πάρω ένα κλεφτό φιλί από τη δίπλα κοπέλα που τόσο ωραία κουνάει τον psycho go go κωλαράκο της. Μετά κλείνω τα μάτια και βουτάω με τη μία στο επόμενο πρωινό που με βρίσκει κάπου σε ένα δωμάτιο στο Γκύζη να ψάχνω στο ιντερνετ καμιά δουλειά  για να τα φέρω βόλτα. Το δεξί μου χέρι πονάει μα δεν ξέρω το λόγο. Η μέρα περνάει, βροχερά και ήρεμα ενώ το ρολόι έχει καρφωθεί στις 15:44.

1 σχόλιο:

  1. Να γράφεις συχνότερα πεζά! Όχι ότι τα ποιήματα είναι λιγότερο καλά, αλλά να, είναι μια άλλου είδους απόλαυση για τον αναγνώστη. Ωραίες παρομοιώσεις και διαθέσεις με τις οποίες ταυτίζομαι ώρες-ώρες. Καλό βράδυ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Από το Blogger.

Βιο

Γεννήθηκε στην Κόρινθο τον Απρίλιο του 1980 και έτυχε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια να τα ζήσει στην Περαχώρα. Φοίτησε στη Σχολή Διεθνούς Εμπορίου του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας στην Καστοριά, και έπειτα κατηφόρισε στην Αθήνα για χάρη της Μουσικής. Φωτογραφίζει τη γη και τις ορέξεις της ενώ η σύνθεση λέξεων-σκέψεων έρχεται να ταΐσει τις υπαρξιακές του ανάγκες. Μαζί με τα «Επτά Καπνισμένα Μολύβια» κυκλοφόρησε (2009) τις πρώτες του σελίδες κάτω από τον τίτλο «Ο πικραμένος, το παρδαλό κατσίκι και ο τελευταίος», σε μία αυτοχρηματοδοτούμενη έκδοση. Το 2010 ακολούθησε η συλλογή ποιημάτων του «Ποίηση Κατεδαφιστέα» σε αυτοέκδοση, ενώ ποιήματά του έχουν δημοδιευτεί στο περιοδικό ΛΟΓΟ τεχνείων (και σε κάποια άλλα που δε θυμάται) και αναρτηθεί στους ιστότοπους poiein, teflon, kulturosupa. Λάτρης του παλαιού, του earl grey και του t-shirt. Έπεται η συνέχεια..

Τοπ Τσαρτς