Τρίτη, 8 Μαρτίου 2011


Να πως τυχαίνει μερικές φορές και βλέπεις τη ζωή σου, από τη ζωή των άλλων, να περνά μπροστά σου στιγμιαία, να την καταπίνεις σαν μια κάψουλα με χημικά, να την τρως όπως ένα παιδικό υπόθετο. Οι βόλτες κάνουν καλό. Αυτό είναι σίγουρο. Σου ανοίγουν το μυαλό και οι εικόνες που παίρνεις έχουν κάτι το διαφορετικό από τους ήδη χιλιομπαλωμένους δρόμους του σπιτιού σου. Εδώ η μοκέτα έχει γδαρθεί, και το πάτωμα του χωλ, τρία βήματα από το σαλόνι, κολλάει. Που χρόνος για σφουγγάρισμα. Εδώ κάηκε το χαλάκι της κουζίνας από ένα σπίρτο τότε με τον Νίκο που έκανε τα μαγικά του γλείφοντας φλόγες. Κι εδώ στενεύει ο χώρος, μικρότερες διαστάσεις, θα χωρέσεις.
            Οι βόλτες βολεύουν, ξεκουράζουν το ταλαιπωρημένο από την οθόνη μάτι, αναστηλώνουν το ηθικό, καθαρίζουν την ανάσα, ανοίγουν τρύπες που έχουν σοβαντιστεί με την καθημερινότητα. Η βόλτα με έφτασε στο Γαλαξείδι και αμέσως μόλις είδα την ταμπέλα στην είσοδο της πόλης σκέφτηκα το ταξίδι που κάποτε το έγραφα ταξείδι. Όμως το word μου το κοκκινίζει, αυτή είναι η βλακεία με λέξεις που μου αρέσει η ορθογραφία που τους δίνω, ίσως βέβαια παλιά να το γράφαμε έτσι, μα δε θα το ψάξω και πολύ, άλλωστε η ουσία είναι πως το ταξείδι με ελκύει με το ει. Για να μην αναφερθώ στους τελεμέδες, στο τσαλίρι, το μιριφιόρι, τη θριξ, και λοιπά παιχνίδια μένω στην απλή ορθογραφική προσέγγιση του word, κάπως πιο σίγουρος και ασφαλής. Όσο εδώ μέσα. Σε αυτό το σπίτι, πίσω από αυτές τις πόρτες, κάτω από το φως αυτής της οθόνης.
            Ο διαιτητής φορούσε μπουφάν, είχε μαλλί σαν τους μπιλτλς, όπως περίτρανα φωνάζει και ο Περπινιάδης, και τα χέρια λόγου κρύου τα είχε στις τσέπες. Λιγομίλητος και φανερά μέσα στο πετσί του έργου του, έδειχνε με τόλμη στις αντίπαλες ομάδες ποιος ήταν ο στόχος τους. Το γκολ. Οι αντίπαλες ομάδες αποτελούνταν από 3 ποδοσφαιριστές εκ των οποίων ο ένας ήταν ο γκολκίπερ. Σε μια ηλιόλουστη πλατεία, με αυτό τον ήλιο που έχει τα κοφτερά δόντια του Μάρτη, με τις πλάκες να λιάζονται και μια θάλασσα θαρρείς ατάραχη, ο διαιτητής σφύριξε την αρχή του ντέρμπι. Ο εκ δεξιών μου γκολκίπερ είχε σηκώσει την φόρμα του ως τα γόνατα μιμούμενος τους μεγάλους αυτούς αθλητές που δε μασάνε τα αρχίδια τους στο χορτάρι της Ά εθνικής (ας γελάσω με το λίγκα καλύτερα), ενώ ο εκ των αριστερών μου αστέρας των γηπέδων του Γαλαξειδίου, κρατούσε μια σανίδα ανά χείρας…
            Περίεργο σκέφτηκα, και εκεί μου έσκασε για πρώτη φορά αυτό που είπα για την παιδική μου ηλικία, που όταν παίζαμε ποδοσφαιρο θυμάμαι τον τύπο Δ.Δ. να έχει το ρόλο του τερματοφύλακα με μια σανίδα στο χέρι που στην άκρη της είχε βάλει δύο ζουμερές ταβανόπροκες. Όποιος πλησίαζε τις έτρωγε στον κώλο, ή όπου άλλου, ο τυπάς δε μάσαγε, ούτε ακόμη δηλαδή μασάει τον κώλο του. Τα σουτ γινόντουσαν μόνο έξω από τη μεγάλη περιοχή του τοπικού γηπέδου και ως πιτσιρίκια που ήμασταν, το σουτ ήταν πιο αδύναμο και από την κλανιά μας. Η μια ομάδα είχε μια κοπέλα που ήταν σοβαρή παίχτρια και μάλιστα πολύ καλή ντριπλαδώρος. Η μάχη ήταν άνιση, καθώς ο ένας αθλητής ήταν ελαφρώς πιο πεπειραμένος και μεγάλος ηλικιακά. Και εκεί κάτω από τον ήλιο, με τα ντιφ-ντιφ της γειτονικής ντεμέκ καφετέριας που χόρευαν ηλίθια βραζιλιάνικα τραγούδια ντάλα 4 το μεσημέρι ενός Σαββάτου μες την αποκριά, οι δύο ομάδες και κάτω από της επευφημίες του φίλου (δε τολμώ να πω το όνομα γιατί θα ζητήσει πάλι τα πνευματικά δικαιώματα) Β. του ‘διναν και καταλάβαινε.
            Ο σπίκερ είχε κέφια, τα ‘λεγε όλα. Μεγάλο άνοιγμα και πάει μόνος του, όμως χάνει την ισορροπία του και πέφτει. Ο τερματοφύλακας απουσίαζε καθώς τον φώναζε η μαμά του. Μα να η κυρία με το μακρύ μπουφάν, την καφέ μπότα και το μαλλί ηλιοτροπίου τι κάνει στο ημικύκλιο της σέντρας; Περάστε έξω κυρία μου. Το σιντριβάνι ήταν κλειστό, πάλι καλά δε λες, μα ήταν ανοιχτά τα σουβλατζίδικα και να σου το μοντέλο μου να τρέχει με το σουβλάκι στο χέρι, δαγκωνιά και κόρνερ. Κι ενώ έπαιζε η μπάλα, να σου χάνεται ο διαιτητής. Ενώ μια παρέα πέρασε είπε να παίξει λίγο, έτσι από το πουθενά η μια ομάδα απέκτησε περισσότερους παίχτες. Η κοπέλα όμως δε μάσαγε, ζητούσε απεγνωσμένα μια καλή σέντρα να στείλει με το μήτο της τη μπάλα στο δρόμο, εκεί που ένας λιμενοφύλακας έκανε τον τροχονόμο.
            Να και ο μπόμπιρας με ένα μπαλόνι, πάλι καλά που παίζετε αλλού το ματς. Τώρα έχουμε αράουτ, και το μπακότερμα απαγορεύεται. Την πατήσαμε. Σε δέκα λεπτά λήγει, μα αυτή η κυρία τι διάολο κάνει βόλτες έτσι στη σέντρα; Έλα φίλε αλλάζουμε, θα μπω εγώ μέσα κάτσε τέρμα εσύ. Όχι δε θέλω. Κάτσε, «παιδία ο Κώστας τέρμα». «Μαλάκα».  «Όλα στο μπαμπά σου». Ο χοντρούλης κέρδισε κόρνερ, θα φτάσει στη μικρή που διψάει για ένα γκολ; Μπαααα… χλωμό ως κατακίτρινο. Και μια συμπαθητική κοπέλα μη έχοντας σώας τας φρένας, ψάρευε συσκευασίες από πακοτίνια βγάζοντας τα εξωτερικά περιτυλίγματα που κερδίζουν κάτι σαν τάπες, πετώντας την κυρίως συσκευασία πάλι κάτω.
Και όπως η μπάλα πήγαινε πάνω κάτω, με κλοτσιές, δήθεν φάουλ, ντρίπλες που δεν πιάνανε ποτέ, ανάμεσα στα φανάρια της πλατείας και έναν τυπά που έφερνε κάτι λάμπες φθορίου προς άγνωστη κατεύθυνση το παιχνίδι έλαβε τέλος. Κέρδισε το άθλημα τολμώ να πω μα οι ομάδες άφησαν ανοιχτούς τους λογαριασμούς τους. Ο διαιτητής ακόμη αγνοείτε σε μια σύμπραξη οικογενειακής βεντέτας που ξέσπασε. Μείναμε ζωντανοί παρατηρώντας τους θρύλους να τα λένε. Μέτρησα πολλούς, πιότερους από όσους άρχισαν, έχασα το μέτρημα, με κέρδισε το σουβλάκι. Οι γκόμενες που βλέπανε τα αστέρια, σιγοψιθύριζαν σου σου σου και μου μου μου η μια με την άλλη. Ενώ εμείς συγυρίζαμε ένα κράμα ραβανί με ρυζόγαλο, κοιτώντας το ρολόι να καρφώνει τα λεπτά του δίχως να συγχωρεί καθυστερήσεις.
Είπαμε και φύγαμε βλέποντας για τελευταία τα σημαιάκια στο γιαλό και κάτι ψαρούκλες κάτω από μια βάρκα 4 κιλά το καθένα. Οι άλλοι γιατί ψαρεύανε προς τα εκεί (και εννοώ πολύ προς τα εκεί);  Κάποιος πιτσιρίκος έτρωγε μαλλί της γριάς, σκέφτηκα ότι δεν έχω αγοράσει ποτέ μαλλί της γριάς. Ίσως το φοβόμουν, ποιος ξέρει. Τώρα όχι πια έγινα άντρας λοιπόν και σαν τίμιος άντρας φοβάμαι τα αεροπλάνα και τα μουνιά. Έτσι λοιπόν δε μπορώ άλλες ψυχοφθόρες συζητήσεις περί αεροπλάνων. Αν είναι να το συζητήσω ας τα πω με κάποιον που θα νοιάζεται για ένα καλό κρασί, μουσική, μαλλί της γριάς και θα παρακολουθεί ψυχεδελικό ποδόσφαιρο. Εκεί θα πω «ναι ρε πούστη μου, ας τα πούμε». Μα ξέρω, ήδη ξέρω πως η απάντηση του θα ναι τόσο αφοπλιστική όσο ιδανικό ήταν αυτό το ματς γι’ αυτήν την βόλτα μου. Κι όσοι ακόμη βλέπουν την Μπάρτσα και γουστάρουν ένα έχω να πω, Γαλαξείδι, Αγγελόπουλος και ψυχεδελικό ποδόσφαιρο.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Από το Blogger.

Βιο

Γεννήθηκε στην Κόρινθο τον Απρίλιο του 1980 και έτυχε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια να τα ζήσει στην Περαχώρα. Φοίτησε στη Σχολή Διεθνούς Εμπορίου του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας στην Καστοριά, και έπειτα κατηφόρισε στην Αθήνα για χάρη της Μουσικής. Φωτογραφίζει τη γη και τις ορέξεις της ενώ η σύνθεση λέξεων-σκέψεων έρχεται να ταΐσει τις υπαρξιακές του ανάγκες. Μαζί με τα «Επτά Καπνισμένα Μολύβια» κυκλοφόρησε (2009) τις πρώτες του σελίδες κάτω από τον τίτλο «Ο πικραμένος, το παρδαλό κατσίκι και ο τελευταίος», σε μία αυτοχρηματοδοτούμενη έκδοση. Το 2010 ακολούθησε η συλλογή ποιημάτων του «Ποίηση Κατεδαφιστέα» σε αυτοέκδοση, ενώ ποιήματά του έχουν δημοδιευτεί στο περιοδικό ΛΟΓΟ τεχνείων (και σε κάποια άλλα που δε θυμάται) και αναρτηθεί στους ιστότοπους poiein, teflon, kulturosupa. Λάτρης του παλαιού, του earl grey και του t-shirt. Έπεται η συνέχεια..

Τοπ Τσαρτς