Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2013


Μια ερώτηση κλισέ. Στον τύμβο μιας νέας κοινωνικής επαφής αποθανατίζεται η φράση αυτή σχεδόν πάντα με μαθηματική ακρίβεια. Την διατυπώνεις ή μη δεν έχει σημασία αρκεί που γίνεται. Τι απαντάς; Με ποια κριτήρια και πόσο ακριβής μπορείς να γίνεις σε μια τόσο ασαφή ερώτηση;
Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω και εγώ μια συγκεκριμένη απάντηση ενώ όλο μου έρχεται στο μυαλό το 'θεώρημα της ταμειακής μηχανής', από το High Fidelity. Τα καρέ της απόκρισης έρχονται με την ταχύτητα ενός τσιτάχ μπρος από τα μάτια μου, καρέ που όμως διαφέρουν από τον εκάστοτε συνομιλητή. Οι περιπτώσεις είναι πραγματικά πάρα πολλές όπως οι στιγμές που κάποια καράβια περνούν ενώ σκέφτεσαι ότι κάποια καράβια περνούσαν.
Το να απλουστεύεις τα πράγματα ίσως είναι ένα σημάδι πνευματικής ανάτασης, κάνεις τη ζωή σου πιο εύκολη και ελαχιστοποιείς την περίπτωση της αυτοπερικύκλωσης. Αυτόματα όμως η σάρωση του πνευματικού σου δίσκου γίνεται σε δευτερόλεπτα φέρνοντας στη γλώσσα σου λέξεις και ταμπέλες από ιδιώματα που σχεδόν βαριέσαι να τα προφέρεις όλα. Λες κάποια από αυτά, τα πιο βασικά ίσως, κρύβοντας τα μυστικά σου αμαρτήματα ενώ βγάζεις προς τα έξω την πιο φωτεινή σου μεριά. Λαμπυρίζεις. Και ο άλλος πιάνει ιδεατά στα χέρια του έναν κάποιο θησαυρό της Σιέρα Λεόνε, προσφέροντάς σου ως αντίποινα ένα ακόμη Ελ Ντοράντο. Χανόμαστε στα στενά του εαυτού μας λέγοντας λόγια λουσμένα από mainstream εικόνες και η ουσία φυλάσσετε μέσα μας ως μια Ελβετική θυρίδα. Crossroads έλεγε κάποτε ο Don Mclean με μια άπειρα στενάχωρη διάθεση μα συγχρόνως τόσο ελπιδοφόρα ενώ εγώ τον πιστεύω ακόμη. Χάνεται ο άνθρωπος ναι, δεχόμαστε αυτή την αλήθεια και η ντροπή του να παραδεχθείς ότι χάθηκες μοιάζει σαν ένας λεκές στο φρεσκοσιδερωμένο σου μπλουζάκι.
Ακούω τα πάντα λένε μερικοί στριμμένοι. Όχι φίλε δεν ακούς τα πάντα ξέχασέ το, δε γίνεται να είσαι τόσο ανοιχτός. Ούτε τα πάντα εκτός από μέταλ, ούτε τα πάντα εκτός από λαϊκά. Ακούω ροκ σου λέει ο άλλος και όταν του βάζεις να ακούσει το Arcarsenal από At The Drive-In τον πιάνει το κεφάλι. Μα δε γίνεται! Αυτοί ουρλιάζουν, σου λέει, πολύ βαβούρα βρε αδερφέ, και από μέσα σου συλλογιέσαι για το ποιος τελικά είναι ο μαλάκας (διαθέτοντας πάντα την απαιτούμενη ποσότητα αντικειμενικότητας). “Who's in charge here, barking out so clear because i'd really like to meet him”. Το ροκ λένε μερικοί έχει πεθάνει παριστάνοντας τον πανταχού παρόντα νεκροθάφτη στα Λούκυ Λουκ ενώ εσύ ξεχνάς που ο χρόνος έχει προσεδαφιστεί άγαρμπα στο έδαφος υμνώντας τον Tom Waits στο Hoist That Rag.
Σκέφτομαι, ναι είναι στιγμές που το κάνω και αυτό, πως δε μπορείς να κρίνεις κάποιον από αυτό που ακούει, ή μήπως μπορείς... Σίγουρα κάποια πρότυπα σου έρχονται στο νου πλάθοντας έτσι μια εικόνα της καθημερινότητάς του. Πηγαίνοντας λίγο παραπέρα θα έλεγα πως μπορείς ακόμη να δεις την κοινωνική του πλευρά, την ιδεολογική και ίσως κάποια ίχνη από την συμπεριφοριστική του διάθεση. Από την άλλη μεριά αυτό μπορεί να μην σημαίνει και τίποτε. Αυτό κάνει το Death Of Autotune του Jay Z αποπροσανατολίζει δίχως να το θέλει.
Υπάρχουν οι στιγμές της παύσης, το θυμάστε; Και αυτή η παύση μπορεί να κάνει τόση φασαρία ώστε να ξεβρακώσει ένα ολόκληρο σύμπαν. Μπορεί να σου φερθεί αδίστακτα τυλίγοντας εσέ σε Ντεσαντικά όργια, να ευνουχίσει το λόγο σου σε σημείο που η άρθρωσή σου να γίνεται κάτω από κρίσεις πανικού. Και όταν ο μαέστρος κατεβάσει τα χέρια του να έρχεται η λύτρωση, η λήξη της αιώνιας τραγωδίας και το ρέκβιεμ έχει εξαπλωθεί στο χώρο. Τελικά τι μουσική ακούς, άντε έστω τελευταία. Πες ένα καλό δίσκο που είπες μέσα σου, “πω ρε μάγκα” και θα σε πιστέψω. Για την ώρα φρέσκαρε το χώρο σου με τους Goat και το άλμπουμ World Music. Είναι ο δίσκος που μου θύμισε το μέλλον. Είναι ο τρόπος που ήθελα να φαντάζομαι ότι υπήρχε. “Η μουσική είναι μια” λένε κάποιοι αυθεντίες στα λόγια, φαντάζομαι θα έχουν ένα καλό λόγο για αυτό και αν δεν έχουν...

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Από το Blogger.

Βιο

Γεννήθηκε στην Κόρινθο τον Απρίλιο του 1980 και έτυχε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια να τα ζήσει στην Περαχώρα. Φοίτησε στη Σχολή Διεθνούς Εμπορίου του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας στην Καστοριά, και έπειτα κατηφόρισε στην Αθήνα για χάρη της Μουσικής. Φωτογραφίζει τη γη και τις ορέξεις της ενώ η σύνθεση λέξεων-σκέψεων έρχεται να ταΐσει τις υπαρξιακές του ανάγκες. Μαζί με τα «Επτά Καπνισμένα Μολύβια» κυκλοφόρησε (2009) τις πρώτες του σελίδες κάτω από τον τίτλο «Ο πικραμένος, το παρδαλό κατσίκι και ο τελευταίος», σε μία αυτοχρηματοδοτούμενη έκδοση. Το 2010 ακολούθησε η συλλογή ποιημάτων του «Ποίηση Κατεδαφιστέα» σε αυτοέκδοση, ενώ ποιήματά του έχουν δημοδιευτεί στο περιοδικό ΛΟΓΟ τεχνείων (και σε κάποια άλλα που δε θυμάται) και αναρτηθεί στους ιστότοπους poiein, teflon, kulturosupa. Λάτρης του παλαιού, του earl grey και του t-shirt. Έπεται η συνέχεια..

Τοπ Τσαρτς